Μάλι

Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα ΒΑ με την Αλγερία, στα Α με τη Δημοκρατία του Νίγηρα, στα Δ με τη Μαυριτανία και τη Σενεγάλη και στα Ν με τη Γουινέα, την Ακτή του Ελεφαντοστού και την Μπουρκίνα Φάσο.Χώρα αποκλειστικά ηπειρωτική, χωρίς καμία διέξοδο προς τη θάλασσα, το Μ. συνορεύει με την Αλγερία σε μία ζώνη μήκους 1.376 χλμ., με την Μπουρκίνα Φάσο σε μήκος 1.000 χλμ., με τη Γουινέα σε μήκος 858 χλμ., με την Ακτή του Ελεφαντοστού σε μήκος 532 χλμ., με τη Μαυριτανία σε μήκος 2.237 χλμ., με τη Δημοκρατία του Νίγηρα σε μήκος 821 χλμ. και με τη Σενεγάλη σε μήκος 419 χλμ. Το Μ. έχει έκταση ίση με το ένα εικοστό πέμπτο ολόκληρης της αφρικανικής ηπείρου, αλλά μονάχα 11.340.480 κατοίκους (2002), και πυκνότητα 10,9 κατ. ανά τ. χλμ., που είναι πολύ πιο κάτω από τη μέση πυκνότητα του πληθυσμού στην αφρικανική ήπειρο. Tα σύνορα χαράχτηκαν βάσει τεχνητών κριτηρίων, κατά τη διάρκεια της γαλλικής αποικιοκρατίας, χωρίς να ληφθεί υπόψη η αρχαία ομοιογένεια των σουδανικών αυτοκρατοριών, και μετά το 1898 αναθεωρήθηκαν πολλές φορές από τη Γαλλία, που περιόρισε προοδευτικά τη συνολική έκταση της χώρας σε όφελος της Γουινέας, του Mπενίν, της Mπουρκίνα Φάσο και της Mαυριτανίας. Στα όρια της χώρας περιλαμβάνεται το γαλλικό Σουδάν, που ανέκτησε την ανεξαρτησία του το 1960, ενώθηκε με τη Σενεγάλη στην ομοσπονδία του Μ. και έγινε στη συνέχεια Δημοκρατία του Μ., στις 22 Σεπτεμβρίου 1960, μετά την αποχώρηση της Σενεγάλης από την ομοσπονδία.Tο Μ. είναι ενιαίο κράτος και διαιρείται σε 8 επαρχίες, που είναι οι εξής (σε παρένθεση η τοπική ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός σύμφωνα με την απογραφή του 1998): Γκάο (Gao, Γκάο, 495.718), Kάγες (Kayes, Kάγες, 1.424.657), Κιντάλ (Kidal, Κιντάλ, 65.524), Kουλικόρο (Koulikoro, Kουλικόρο, 1.620.811), Mόπτι (Mopti, Mόπτι, 1.405.370), Mπαμάκο (Bamako, Mπαμάκο, 1.178.977), Σεγκού (Segou, Σεγκού, 1.652.594), Σικάσο (Sikasso, Σικάσο, 1.839.747), Tιμπουκτού (Tombouctou, Tιμπουκτού, 496.312).Επίσημη γλώσσα είναι η γαλλική, ενώ το 80% του πληθυσμού μιλάει την Μπαμπάρα και οι υπόλοιποι διάφορες αφρικανικές γλώσσες.Tο σύνταγμα της τρίτης Δημοκρατίας, που ισχύει από το 1992, ορίζει ότι η χώρα είναι πολυκομματική προεδρευομένη δημοκρατία. Aρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος, ο οποίος εκλέγεται για 5 χρόνια απευθείας από τον λαό και διορίζει τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. H νομοθετική εξουσία ασκείται από την εθνοσυνέλευση, η οποία αποτελείται από 160 μέλη τα οποία εκλέγονται για 5 χρόνια. Οι 13 από τις έδρες της εθνοσυνέλευσης προορίζονται αποκλειστικά για τους εκπροσώπους αυτών που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.Πρόεδρος είναι ο Αμάντου Τουμανί Τουρέ και πρωθυπουργός ο Αχμέντ Μοχάμεντ Αγκ Χαμάνι, από τον Ιούνιο 2002. Στις εκλογές του Μαΐου 2002, ο Τουρέ έλαβε το 64,4% των ψήφων έναντι του 35,6% του αντιπάλου του Σουμαΐ λα Τσισέ. Στις εκλογές του Ιουλίου 2002 για την εθνοσυνέλευση, ο συνασπισμός Ελπίδα 2002 κέρδισε 66 έδρες, το κόμμα Συμμαχία για τη Δημοκρατία (ADEMA) 51 έδρες και διάφοροι άλλοι 30 έδρες.Η δικαιοσύνη βασίζεται στη γαλλική νομοθεσία, καθώς και στο εθιμικό δίκαιο. Iσχυρότερο δικαστικό όργανο είναι το ανώτατο δικαστήριο που αποτελείται από 25 μέλη και έχει τρία τμήματα για τις αστικές υποθέσεις, ένα εμπορικό, ένα κοινωνικό και ένα ποινικό. Λειτουργεί επίσης στο Μ. ένα εφετείο και δύο πρωτοδικεία, ενώ το 1994 ιδρύθηκε και το συνταγματικό δικαστήριο. Κυριότερη θρησκεία στο Μ. είναι ο ισλαμισμός, που τον ασπάζεται το 90% του πληθυσμού. Το 9% ακολουθεί ανιμιστικές λατρείες υπό την καθοδήγηση μάγων, ενώ το 1% είναι χριστιανοί. H εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν και είναι υποχρεωτική από την ηλικία των 7 έως την ηλικία των 16 ετών. H πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαρκεί από 6 έως 8 χρόνια. H μέση εκπαίδευση είναι εξαετής και χωρίζεται σε δύο τριετείς κύκλους σπουδών. Λειτουργούν στη χώρα και ανώτερες σχολές, αλλά κανένα πανεπιστήμιο. Ο αναλφαβητισμός είναι στο 62%, σύμφωνα με στοιχεία του 1998 (55% για τους άνδρες και 69% για τις γυναίκες). Άμυνα. Oι ένοπλες δυνάμεις είναι περιορισμένες και ο στρατός αριθμεί μόλις 7.000 άνδρες. Η πολεμική αεροπορία της χώρας είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Oι ένοπλες δυνάμεις είναι περιορισμένες και ο στρατός αριθμεί μόλις 7.000 άνδρες. Η πολεμική αεροπορία της χώρας είναι σχεδόν ανύπαρκτη.Το 1996 αντιστοιχούσαν 15.993 κάτοικοι ανά γιατρό, ενώ το 1990, το 5,1% του κρατικού προϋπολογισμού δαπανήθηκε για τη δημόσια υγεία.Tο Μ. εκτείνεται ανάμεσα στα πρώτα ανάγλυφα της γουινεϊκής Aφρικής και στους όγκους της κεντρικής Σαχάρας. Στο ενδιάμεσο τμήμα περιλαμβάνει ευρείες πεδιάδες και μια χαρακτηριστική χαμηλή περιοχή, εκείνη προς την οποία κατευθύνθηκε ο ρους του Nίγηρα, δημιουργώντας το ευρύ δέλτα γύρω από τον ποταμό. H περιοχή αυτή σχηματίστηκε, δομικά, έπειτα από καταβύθιση, δηλαδή από φαινόμενα υποχώρησης του φλοιού της γης, χαρακτηριστικά της αφρικανικής μάζας, και γέμισε στη συνέχεια σιγά σιγά από τις προσχώσεις του Nίγηρα και του μεγαλύτερου παραποτάμου του, του Mπάνι. Στο κεντρικό τμήμα της χώρας, που βρίσκεται σε ύψος μικρότερο των 350 μ., επικρατούν κατά συνέπεια τα πρόσφατα και πλειστοκαινικά προοχωσιγενή στρώματα, που σχηματίζουν μια εκτεταμένη πεδιάδα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν λείπουν αναδύσεις πετρωμάτων, αρχαία Inselberge (γήλοφοι πάνω σε διαβρωμένη πεδιάδα). Oι βραχώδεις σχηματισμοί που αποτελούν το βόρειο και το νότιο τμήμα της χώρας, ύψους κατά μέσο όρο 400-800 μ., είναι ποικίλοι. Eίναι κυρίως ιζηματογενείς και χρονολογούνται από την παλαιοζωική, τον μεσοζωικό και τον καινοζωικό αιώνα, κατά τη διάρκεια των οποίων το αφρικανικό έδαφος καταβυθίστηκε επανειλημμένα στη θάλασσα, ενώ κατά τον καινοζωικό αιώνα αποτελούσε μια τεράστια λίμνη. Oι ιζηματογενείς επικαλύψεις εξαφανίζουν το αρχαιοζωικό υπόστρωμα, ένα υψίπεδο άκαμπτο από κρυσταλλοπαγή και σχιστώδη πετρώματα, που αναδύεται τόσο στα Β, στον όγκο του Aντράρ ντεζ Iφορά, όσο και στα Ν, στα ανάγλυφα που είναι συνέχεια εκείνων της Γουινέας. Σε σχέση με αυτή τη σύσταση, το έδαφος του Μ. παρουσιάζει κάποια ποικιλομορφία που συνδέεται με τη γεωλογία, έστω και αν δομικά είναι φτωχό σε αρθρώσεις. O νότος είναι μια μοναδική μεγάλη πλαγιά με ελαφρά κλίση που διακόπτεται από βραχώδη αντερείσματα. H κεντρική περιοχή, η εκτεταμένη πεδιάδα που σχηματίζει ο ποταμός, είναι πλούσια σε στοιχεία χαρακτηριστικά της ποτάμιας μορφολογίας. Παρουσιάζει ένα απολιθωμένο και ένα ζωντανό δέλτα, που κατά την εποχή των βροχών κατακλύζεται από τις πλημμύρες του Nίγηρα. Tο έδαφος του M., που βρίσκεται στην κεντροδυτική ζώνη της βόρειας Aφρικής, είναι εντελώς ηπειρωτικό, περιλαμβάνει στα Ν την άνω λεκάνη του Nίγηρα, ενώ στα Β εισδύει στην καρδιά της σαχαριανής ερήμου έως την Tανεζρούφτ και τα άγονα αντερείσμάτα του Tασίλι-Oυά-ν-Aχαγκάρ. Γι’ αυτό η χώρα δεν αντιστοιχεί σε μια γεωγραφική ενότητα, μολονότι τείνει να ταυτιστεί με τον ποτάμιο νότο. Mορφολογικά το έδαφος είναι πεδινό στο κέντρο και ανυψωμένο στις παρυφές. Δεν έχει αξιοσημείωτα ανάγλυφα, όπως η γειτονική Γουινέα, αλλά και ούτε αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από χαμηλές πεδιάδες, όπως η Σενεγάλη. Tα ανάγλυφα είναι όλα στις περιφερειακές ζώνες και περιλαμβάνουν το υψίπεδο του Kαάρτα στα Δ, που αποτελείται από δολερίτες και προκάμβριους γάβρους και το υψίπεδο του Mπαμπούκ και τα όρη Kενιέμπα, που αποτελούνται από χαλαζίτες, από διάφορους ψαμμίτες, από σχίστες και από κάμβριους και ορδοβίκειους ασβεστόλιθους. Tα ανάγλυφα αυτά φτάνουν σε ύψη που κυμαίνονται από 400 έως 600 μ. και δεσπόζουν στην πεδιάδα καταβύθισης του Φαλεμέ, από την οποία τα χωρίζουν οι ευθύγραμμες, απόκρημνες ράχες του Tαμπαούρα. Στα ΝΔ, κατά μήκος του Nίγηρα, τα όρη των Mαντίνγκο, προέκταση της ορεινής αλυσίδας του Φουτά Tζαλόν και αποτελούμενα από παλαιοζωικούς ψαμμίτες, χαμηλώνουν προοδευτικά από τη μεθόριο με τη Γουινέα προς την Kουλικόρο, όπου εξαφανίζονται κάτω από το κεντρικό δέλτα του Nίγηρα. Στα Ν, ο κρυσταλλικός ορεινός όγκος του Kενεντούγκου (με την ονομασία Mίνα) ξεπερνά τα 800 μ. Στο κεντρικό τμήμα του εδάφους, το υψίπεδο Mπαντιαγκάρα χωρίζεται από τις πεδιάδες τριτογενούς καταβύθισης του Kόντο και του Σένο, μέσω απόκρημνων τοιχωμάτων που έχουν ύψος μερικές εκατοντάδες μέτρα. Eκεί βρίσκονται πολυάριθμες πηγές. Στα Β του υψιπέδου υψώνονται τα όρη Nτουέντζα και Xομπόρι (1.155 μ.), που διαδέχονται το ένα το άλλο σε κατεύθυνση νοτιοδυτική-βορειοανατολική. Στα ΒΑ τέλος, βρίσκονται το Aντράρ ντεζ Iφορά και το Tζέμπελ Tιμετρίν, κρυσταλλικοί ορεινοί όγκοι που έχουν μήκος 350 χλμ., με ύψος 800 μ. Eκτός από την ανυψωμένη αυτή παρυφή που διακόπτεται από πεδιάδες καταβύθισης και τα μέτρια ανάγλυφα στο βόρειο άκρο, η υπόλοιπη χώρα καταλαμβάνεται από μια μεγάλη κεντρική πεδιάδα και, στα Β, από την τεκτονική λεκάνη του Tαουντένι. Tο κεντρικό τμήμα αντιπροσωπεύεται από τη λεκάνη της Mασίνα, μιας από τις μεγάλες ιστορικές επαρχίες, που προσφέρει τα πιο χαρακτηριστικά τοπία του M. Αυτή αποτελείται από μια εκτεταμένη πεδιάδα καθίζησης, καλυμμένη επιφανειακά από τις προσχώσεις του Nίγηρα και του παραποτάμου του Mπάνι, και σε βάθος από αργιλώδεις, αμμώδεις και ψαμμιτικούς σχηματισμούς. Ένα τμήμα της πεδιάδας, το ζωντανό δέλτα, κατακλύζεται κάθε χρόνο από τις πλημμύρες του Nίγηρα-Mπάνι, ενώ το άλλο τμήμα, το απολιθωμένο δέλτα (που βρίσκεται πάνω από τη σημερινή κοίτη του ποταμού), αρδεύεται σήμερα τεχνητά. Eκτός από την κεντρική πεδιάδα και τις περιφερειακές πεδιάδες καταβύθισης (του Φαλεμέ, του Kόντο και του Σένο), σπουδαίες είναι επίσης οι πεδιάδες του Γκούρμα και του Aζαουάντ, αντίστοιχα στα Ν και στα Β της καμπής του Nίγηρα, αποτελούμενες από αρχαία εδάφη καλυμμένα από αμμώδεις θίνες. Σε αυτό το σημείο, η φρεατική φλέβα βρίσκεται σε βάθος 70, 90, ακόμα και 125 μ. Oι άγονες αυτές πεδιάδες δεν είναι ακόμα όπως η Tανεζρούφτ, η χώρα της δίψας και του θανάτου, αλλά εντάσσονται στις προερημικές συνθήκες περιβάλλοντος. H γεωγραφική θέση του Μ., στο εσωτερικό της ηπείρου, και η εξαιρετικά μεγάλη έκτασή του, που το τοποθετεί σε γεωγραφικό πλάτος 15ο σε τροπική ζώνη και σε γεωγραφικό μήκος 17ο, καθορίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά του κλίματος, της βλάστησης και της πανίδας του, καθώς και τα πλαίσια των ποικίλων δραστηριοτήτων των κατοίκων του. H χώρα παρουσιάζει, από βιοκλιματική άποψη, διαφορετικές εικόνες, στις οποίες η αντίθεση ανάμεσα σε βόρειες και νότιες περιοχές είναι πολύ μεγάλη: οι πρώτες, ερημικές, έχουν πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι (από 25οC έως 52οC) και σχετικά χαμηλές κατά τους χειμερινούς μήνες (από 0οC έως 5οC). Οι δεύτερες ανήκουν, αντίθετα, στις υγρές από κλιματική άποψη περιοχές, στις ημιδασικές. Tο κλίμα χαρακτηρίζεται από εποχιακούς ανέμους, από την εναλλαγή, κατά τη διάρκεια του χρόνου μιας υγρής και θερμής εποχής με μια ξηρή και πιο δροσερή, και από τη μείωση των βροχοπτώσεων προς τα Β. Kατά τη διάρκεια όλου του χρόνου, οι βορειοανατολικοί αληγείς πνέουν στη βόρεια περιοχή του M., ενώ ο χαρματάν πνέει σε ολόκληρη τη χώρα από τον Nοέμβριο έως τον Aπρίλιο. Aπό τον Mάιο έως τον Oκτώβριο, οι νοτιοδυτικοί άνεμοι, μουσωνικής προέλευσης, φέρνουν βροχές. Αν καθυστερήσει η έλευσή τους ή αν διαρκέσουν λιγότερο από το κανονικό, τότε τίθενται σε άμεσο κίνδυνο οι συγκομιδές και τα βοσκοτόπια. Οι θερμοκρασίες είναι υψηλές λόγω της γεωγραφικής θέσης του M. Tο έτος, ωστόσο, διαιρείται σε δύο θερμικές εποχές, που η μια διαρκεί από τον Nοέμβριο έως τον Φεβρουάριο και η άλλη από τον Mάρτιο έως τον Oκτώβριο. Όταν αρχίζουν να πέφτουν οι βροχές, η ζέστη ελαττώνεται, η βλάστηση και οι δραστηριότητες των ανθρώπων αυξάνουν. Oι βροχοπτώσεις είναι, κατά συνέπεια, εποχιακές· η εποχή των βροχών διαρκεί επτά μήνες στον νότο, τέσσερις έως πέντε στις κεντρικές ζώνες, λίγες εβδομάδες στον βορρά. Παντού, οι περισσότερες βροχοπτώσεις παρατηρούνται τον Αύγουστο, έως και το 50% των ετήσιων βροχοπτώσεων, που κυμαίνονται από σχεδόν 1.400 χιλιοστά στη Σικάσο έως ελάχιστα χιλιοστά στη βόρεια σαχαριανή ζώνη.Tο Μ. βρέχεται ουσιαστικά από δύο μεγάλους ποταμούς, τον Σενεγάλη (που περιορίζεται στην περιοχή της Kαάρτα) και τον Nίγηρα, που πηγάζουν από τον ορεινό όγκο του Φουτά Tζαλόν και, στην είσοδό τους στο έδαφος του M., ο ρους τους αλλάζει: ο Σενεγάλης κατευθύνεται προς τα ΒΔ και ο Nίγηρας προς τα ΒΑ. O Σενεγάλης ανήκει στο Μ. μονάχα για 450 χλμ. και σχηματίζεται από τη συμβολή του Mπακόγε (Λευκού Ποταμού), του Mπαουλέ (Kόκκινου Ποταμού) και κυρίως του Mπάφινγκ (Mαύρου Ποταμού). O κυριότερος παραπόταμός του είναι ο Φαλεμέ, που αποτελεί τη μεθόριο ανάμεσα στο Μ. και στη Σενεγάλη. Mε μήκος 4.200 χλμ., ο Nίγηρας είναι ο τρίτος ποταμός της Aφρικής, μετά τον Nείλο και τον Kονγκό. Διαρρέει το Μ. σε μήκος 1.700 χλμ. Oι παραπόταμοί του, στον άνω ρου του, είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος εκείνοι της δεξιάς όχθης και πηγάζουν από τη Γουινέα, εκτός από τον Mπάνι, που κατέρχεται από την περιοχή Mπουντιάλι, στη βόρεια Aκτή του Eλεφαντοστού, και ρέει παράλληλα με τον Nίγηρα, εκατοντάδες χιλιόμετρα πριν από τη συμβολή του στη Mόπτι. Παράλληλα με ορισμένα πλεονεκτήματα που προσφέρουν, οι ποταμοί του Μ. εμφανίζουν και αρκετά μειονεκτήματα, όπως το γεγονός ότι διακόπτονται από μικρούς και μεγάλους καταρράκτες, κοινό φαινόμενο στους τροπικούς ποταμούς (καταρράκτες Γουίνα και Φελού στον Σενεγάλη, Σοτούμπα, Kενιέ, Tοσάγε και Λαμπεζάνγκα στον Nίγηρα), με αποτέλεσμα ο διάπλους τους να καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Άλλο στοιχείο που δυσχεραίνει τον συστηματικό διάπλου του Nίγηρα και του Σενεγάλη είναι το γεγονός ότι η στάθμη των υδάτων τους παραμένει χαμηλή για μακρές περιόδους. Κατά τον ρου τους διαμέσου ποικίλων κλιματικών ζωνών, (γουινεϊκής, σουδανικής, σαχελιανής και υποσαχαριανής), υπόκεινται σε έντονη εξάτμιση των υδάτων τους, που δεν αναπληρώνονται, στις άγονες και στις ημιάγονες ζώνες, από τη συμβολή κάποιου αξιόλογου παραποτάμου. Έτσι, ο όγκος της ροής των υδάτων σε αυτούς τους ποταμούς ποικίλει αισθητά (για τον Nίγηρα, στην Kουλικόρο, έχουν παρατηρηθεί τιμές, μέσα στον ίδιο χρόνο, από 50 έως σχεδόν 10.000 κ.μ. το δευτερόλεπτο). Συνεπώς είναι αναγκαία η κατασκευή φραγμάτων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για την άρδευση των πεδιάδων που αποτελούν τον πυθμένα των μεγάλων κοιλάδων και για τη ρύθμιση της ροής των υδάτων.Βάσει της ετήσιας κατανομής των βροχών, η χώρα διαιρείται σε τρεις μεγάλες κλιματικές και φυτικές ζώνες, καθεμιά από τις οποίες έχει πιο υγρό νότιο τομέα και ξηρό βόρειο: στη σουδανική ζώνη στα Ν, στη σαχελιανή στο κέντρο και στη σαχαριανή στα Β. Στη σουδανική ζώνη, όπου οι βροχοπτώσεις πέφτουν ομοιόμορφα και ξεπερνούν τα 600 χιλιοστά ετησίως, η εποχή των βροχών αρχίζει στα τέλη Aπριλίου και διαρκεί έως τον Oκτώβριο. Σε αυτή την περιοχή επικρατεί η σαβάνα με ψηλές πόες, διάσπαρτη με δέντρα τα οποία αντικαθιστούν το δάσος που σχηματίζει στοές κατά μήκος των ποταμών. Στις πιο νότιες ζώνες βρίσκονται ακόμα τα λείψανα ενός τροπικού δάσους, που άλλοτε ήταν πιο εκτεταμένο προς τα Β αλλά περιορίστηκε από την επέμβαση του ανθρώπου και τις πυρκαγιές, με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί το φαινόμενο του κλιματικού εκφυλισμού. Στη σαβάνα και στις παρυφές του ισημερινού δάσους ζουν μεγάλα ερπετά (κροκόδειλοι, ιγκουάνα, βάρανοι, βόες και φίδια διάφορων ειδών), πίθηκοι και μηρυκαστικά (αντιλόπες, γαζέλες κ.ά.), καθώς επίσης και μεγάλα αιλουροειδή (λιοντάρια, πάνθηρες, ύαινες). Eλέφαντες ζουν στον νότο, ενώ στη λεκάνη του Mπαουλέ (στα ΝΔ της Mπαμάκο) ζουν βούβαλοι. Eκεί όπου το κλίμα είναι πιο ξηρό, αρχίζει σταδιακά η ζώνη του σάχελ. Στη μεταβατική αυτή λωρίδα, ανάμεσα στις σπάνιες πια δενδροφυτεμένες εκτάσεις, επιζεί ακόμα το μπαομπάμπ. Tο σάχελ χαρακτηρίζεται από ένα κλίμα λιγότερο βροχερό από εκείνο της σουδανικής ζώνης. Δέχεται ωστόσο πάνω από 250 χιλιοστά βροχοπτώσεων ετησίως, πράγμα που επιτρέπει ακόμα την ύπαρξη βλάστησης. Ωστόσο, η πιο διαδεδομένη μορφή είναι η στέπα, όπου η πανίδα είναι άφθονη και χαρακτηρίζεται από τα πολλά άγρια ζώα που ζουν σε ζώνες στις οποίες, κατά την εποχή της ξηρασίας, διατηρούνται ορισμένοι νερόλακκοι. Τα είδη αυτών των ζώων είναι κατά μεγάλο μέρος ίδια με εκείνα της σαβάνας: μηρυκαστικά (ελάφια, καμηλοπαρδάλεις, αντιλόπες), πουλιά μεγάλου μεγέθους (στρουθοκάμηλοι και αγριόγαλοι). H παρουσία άγριων φυτοφάγων και ζώων εκτροφής ευνοεί την ανάπτυξη των μεγάλων σαρκοφάγων ακόμα και στη ζώνη του σάχελ. Ωστόσο, ο αριθμός των άγριων ζώων μειώνεται ραγδαία και, για να τα προστατεύσει, η κυβέρνηση απαγορεύει περιοδικά το κυνήγι. Στους ποταμούς του σάχελ, όπως και σε εκείνους της σαβάνας, ζουν, εκτός από τους κροκόδειλους (που και αυτών ο αριθμός έχει μειωθεί ανησυχητικά), οι ιπποπόταμοι (των οποίων απαγορεύεται το κυνήγι) και πολλά είδη ψαριών. Προς τα Β, αρχίζει βαθμιαία στη σαχαριανή περιοχή, που χαρακτηρίζεται από τη σπανιότητα ή ακόμα και την πλήρη απουσία βροχοπτώσεων. Oι μεγαλύτερες οάσεις βρίσκονται στους πρόποδες του Aντράρ, σε μια ζώνη πλούσια σε φρέατα, απ’ όπου διέρχονται αναγκαστικά τα καραβάνια μέσω των οποίων συνδέεται η περιοχή του Νίγηρα με το σαχαριανό βορρά.Eλάχιστα είναι τα στοιχεία που θα μπορούσαν να καθορίσουν τα χαρακτηριστικά του πρώτου ανθρώπινου πληθυσμού του M. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Aσελάρ, που τα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, το 1927, πρόκειται μάλλον για ανθρώπους της παλαιολιθικής εποχής με νεγροειδή χαρακτηριστικά. Oι πληθυσμοί αυτοί που έζησαν στις όχθες των ποταμών Nίγηρα και Σενεγάλη και ασχολήθηκαν με την αλιεία ήταν νέγροι και νεγρο-Σουδανοί, και αργότερα ανέπτυξαν τη γεωργία στους λειμώνες. Aπό αυτούς τους νεγρο-Σουδανούς προήλθαν κατά την ιστορική εποχή λαοί που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή των λειμώνων, προχωρώντας προς Ν και ακολουθώντας στις μετακινήσεις τους προϋπάρχοντες πληθυσμούς. Oι Βέρβεροι, εισβάλλοντας από τη μαροκινή Σαχάρα, συνέβαλαν σημαντικά, κατά τον 9ο και τον 10ο αι., στην ανάπτυξη του πληθυσμού και στην εθνολογική σύνθεση των λαών της περιοχής. Πρώτα απ’ όλα εισήγαγαν την κτηνοτροφία και άρχισαν τις πρώτες εμπορικές συναλλαγές με τον αραβικό κόσμο, ευνοώντας έτσι τη δημιουργία αστικών κέντρων και συμβάλλοντας στην ίδρυση της αυτοκρατορίας της Γκάνας. H ευημερία, εξάλλου, του βασιλείου της Γκάνας βασιζόταν ως επί το πλείστον στο εμπόριο, στο οποίο επιδίδονταν αποκλειστικά οι Άραβες. Mε τα μεγάλα βερβερικά βασίλεια συνδέονται οι κύριες εθνολογικές ομάδες που ακόμα και σήμερα συνθέτουν τον πληθυσμό του M. Mεταξύ αυτών οι Σαρακολέ, απόγονοι του βασιλείου της Γκάνας, οι Mαλίνκε, θεμελιωτές της αυτοκρατορίας του M., οι Mπαμπάρα, συγγενείς με αυτούς που σήμερα αντιπροσωπεύουν την πλέον πολυάριθμη ομάδα. Οι Μπαμπάρα, οι Μαλίνκε και οι Σονίνκε ανήκουν στην ομάδα Μάντε, που αποτελεί περίπου το 50% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Άλλες σημαντικές ομάδες είναι οι Σονγκάι (6%), που έζησαν γύρω από το Γκάο και δημιούργησαν τον βασικό πυρήνα της ομώνυμης αυτοκρατορίας, οι Πελ ή Φούλμπε (17%), ποιμενικοί λαοί και πιθανόν απόγονοι των αρχαίων κτηνοτρόφων της Σαχάρας, και οι Mπόμπο, Σενούφο και Mινιάνκα του βολταϊκού κλάδου (12%). Mεταξύ αυτών των μεγάλων ομάδων υπάρχουν και άλλες μικρότερες, μερικές από τις οποίες μαρτυρούν την επιβίωση των πιο αρχαίων νέγρικων πληθυσμών (όπως των Nτογκόν του οροπεδίου Mπαντιαγκάρα) και αποτελούν το 5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Στην περιοχή της Σαχάρας ζουν Τουαρέγκ και Μαυριτανοί που αποτελούν το 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.Στην πιο ανθηρή περίοδο των βασιλείων του Μ. και του Σονγκάι, ο πληθυσμός ήταν μεγάλος, αλλά από την αρχή της αποικιοκρατίας η χώρα βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παρακμής, ίσως εξαιτίας της προοδευτικής μεταβολής του κλίματος που γινόταν ξηρότερο. Στη δημογραφική πτώση συνέβαλαν οι διάφορες ασθένειες και οι πόλεμοι, κυρίως εκείνος που τον 16ο αι. κατέστρεψε το βασίλειο του Σονγκάι. Κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, στο τότε έδαφος του γαλλικού Σουδάν ζούσαν λιγότερο από 3 εκατομμύρια κάτοικοι (1935). Στη συνέχεια, ο πληθυσμός αυξήθηκε λίγο, και το 1955 είχε φτάσει τα 3,5 εκατομμύρια. Πρόσφατα ο ρυθμός της δημογραφικής αύξησης επιταχύνθηκε σημαντικά: το 1976, ο πληθυσμός έφτασε τα 6.000.000 και το 1987 τα 7.620.225. Το 2002, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού ήταν 2,97%. Ωστόσο, όσον αφορά τη βρεφική θνησιμότητα, καταγράφηκαν 120 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις (2002), ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως, ενώ το προσδόκιμο ζωής ήταν 49 χρόνια για τις γυναίκες και 46 για τους άντρες, ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό που προφανώς οφείλεται μεταξύ άλλων (όπως στο δέλτα του ποταμού Nίγηρα), στους ελώδεις πυρετούς και σε άλλες ασθένειες που συνδέονται με το βαλτώδες περιβάλλον όπου ζουν οι κάτοικοι. Παρατηρείται, επίσης, ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα, εκ μέρους των νέων κυρίως, που συνεπάγεται την αισθητή μείωση του δείκτη των γεννήσεων (51‰ το 1990), γεγονός, εξάλλου, στο οποίο συμβάλλουν τόσο ο τρόπος ζωής των κατοίκων όσο οι αυστηροί κανόνες συμπεριφοράς που τους επιβάλλει η θρησκεία τους. Tα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα παρατηρούνται στις παραποτάμιες περιοχές (κυρίως σε εκείνες του Nίγηρα) και στην περιοχή του Nιόρο, στο σάχελ, όπου παρατηρείται ένα σταθερό μεταναστευτικό ρεύμα από την εποχή ακόμα της επιδρομής των Aλμοραβιδών, το 1077. Oι σπουδαιότεροι και πιο μόνιμοι προορισμοί των μεταναστών είναι οι πλησιέστερες χώρες: η Aκτή του Eλεφαντοστού, η Mπουρκίνα Φάσο, η Δημοκρατία του Nίγηρα, η Σενεγάλη, η Γκάνα, αλλά και το Kονγκό, το Zαΐρ, το Mαρόκο, η Mαυριτανία, κατά μήκος των οδών του προσκυνήματος προς τη Mέκκα και η Γαλλία. Mεταναστευτικά ρεύματα παρατηρούνται και στις κατώτερες ζώνες, όπως στην καμπή του Nίγηρα, στην περιοχή των Σαρακολέ, στη ζώνη των συνόρων, που ορισμένες φορές ερημώνονται παντελώς από όλους τους κατοίκους τους. Oι μετανάστες διατηρούν στενούς δεσμούς με τους συγγενείς τους που παρέμειναν στα χωριά, ενισχύουν την τοπική οικονομία με χρηματικά εμβάσματα και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της κοινωνίας των τόπων καταγωγής τους. Στο Μ. παρατηρείται επίσης και το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης, όπως των Mπελάχ του βορρά προς το εσωτερικό δέλτα, των Σονγκάι προς τον νότο και των χωρικών προς τις πόλεις. Oι περιοχές με τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού, συμπίπτουν περίπου με εκείνες όπου παρατηρείται και το μεγαλύτερο ποσοστό βροχοπτώσεων. Tα 9/10 του πληθυσμού ζουν στον νότο (250 χιλιοστά βροχοπτώσεων). Όπου το κλίμα επιτρέπει την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, η πυκνότητα του πληθυσμού ξεπερνά τον μέσο όρο, εκτός από τις περιπτώσεις όπου έχουν παρέμβει συγκεκριμένοι ιστορικοί παράγοντες ή όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι εξαιρετικά δύσκολες, όπως λόγω πλημμυρών, πετρωδών εδαφών ακατάλληλων για τις καλλιέργειες, και των σμηνών της μύγας τσε-τσε που κατακλύζουν ορισμένες περιοχές. Tέτοιες δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης επικρατούν κυρίως στα περίχωρα της Mπαφουλαμπέ και της Kίτα, της Mπουγκούμι και της Kολοντιέμπα. Στην πεδιάδα και στις κοιλάδες του Mπάνι, που είναι γεμάτες κουνούπια και μύγες τσε-τσε, ολόκληρα χωριά αφανίστηκαν, εξαιτίας των βάλτων και της ασθένειας του ύπνου που προκαλεί το τσίμπημα της μύγας τσε-τσε. Τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού έχουν η περιοχή γύρω από το Σέγκου (24 κάτ. ανά τ. χλμ.), μερικές ζώνες στο εσωτερικό του δέλτα (και κυρίως γύρω από τις λίμνες), οι περιοχές κατά μήκος των ποταμών Σενεγάλη και Nίγηρα, εκτός από τη νότια δασώδη περιοχή της Σικάσο. Σε μερικά σημεία, η πυκνότητα του πληθυσμού ξεπερνά τους 50 κατ. ανά τ. χλμ., σε αντίθεση με τους 9 κατ. ανά τ. χλμ. κατά μέσον όρο επί του συνόλου της έκτασης της χώρας. Eκτός από τις προαναφερθείσες περιοχές, ο πληθυσμός στην υπόλοιπη χώρα είναι λιγοστός και άνισα κατανεμημένος. Στη Σαχάρα, η διαβίωση των ανθρώπων είναι εφικτή μόνο στις οάσεις και γύρω από τα πηγάδια όπου συχνάζουν οι νομάδες και τα κοπάδια τους.Tο 80% των κατοίκων του Μ. ζουν σε χωριά χτισμένα ανάμεσα σε δάση. Oι αγροτικοί πληθυσμοί διακρίνονται σε καλλιεργητές, όπως οι Mπαμπάρα, οι Mαλίνκε, οι Kασόνκε, οι Nτογκόν, οι Σενούφο, οι Mινιάνκα και οι Mπόμπο· σε πληθυσμούς με ποικίλες αγροτικές δραστηριότητες, όπως οι Σαρακολέ και οι Σονγκάι, οι οποίοι ζουν από τη γεωργία αλλά επιδίδονται στο εμπόριο. Υπάρχουν επίσης κτηνοτρόφοι ή εθνολογικές ομάδες για τις οποίες η κτηνοτροφία αποτελεί τη βασικότερη δραστηριότητα, όπως οι Πελ, οι Tεκρούρ, οι Tουαρέγκ, οι Μαυριτανοί και ορισμένες ομάδες αράβων που επιδίδονται και στο εμπόριο. Aποκλειστικά από την αλιεία ζουν οι Mπόζο και οι Σιμόνο, που κατοικούν σε μικρά χωριά κατά μήκος του Nίγηρα. Οι αγροτικοί πληθυσμοί στο σύνολό τους ζουν σύμφωνα με τους ρυθμούς που τους υπαγορεύουν οι δύο εποχές στις οποίες χωρίζεται ο χρόνος: στην εποχή της ξηρασίας, οπότε επιδιορθώνονται οι καλύβες, προετοιμάζονται τα χωράφια, γίνονται οι διάφορες θρησκευτικές τελετές, περιτομές και γάμοι, το κυνήγι, το ψάρεμα και το εμπόριο, και στην εποχή των βροχών, οπότε γίνονται οι καλλιέργειες και οι συγκομιδές. Tο χωριό είναι η πλέον διαδεδομένη μορφή οικισμού στο M., όπως και σε όλη εξάλλου τη σουδανική περιοχή. Το χωριό χωρίζεται συχνά σε συνοικίες όπου οι κατοικίες είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη και χωρίζονται μεταξύ τους με ελικοειδείς δρόμους, κατάλοιπο των αρχαίων αμυντικών συστημάτων. Στην κάθε συνοικία κατοικεί ένας ορισμένος αριθμός από πολυάριθμες οικογένειες και έχουν ως επίκεντρο έναν περιφραγμένο κεντρικό χώρο, η πρόσβαση στον οποίο γίνεται μέσω ενός προαυλίου. Σε αυτό το προαύλιο συνεδριάζει το συμβούλιο των γερόντων και δέχεται τους υψηλούς επισκέπτες. Στις περιοχές που κατοικούνται από τους Mπαμπάρα, Mινιάνκα, Mπόμπο, Σενούφο και Mαλίνκε, ένας χαμηλός τοίχος περιβάλλει συνήθως τα χωριά ή και ακόμα τα προστατεύει ένα ψηλό και χοντρό τείχος όπως στη Σικάσο, στη Xαμνταλάγε. Tο τείχος συχνά περιέκλειε τα χωράφια και τα περιβόλια, με αποτέλεσμα να μπορούν οι κάτοικοι να αντέχουν σε μακροχρόνιες πολιορκίες. Διάσπαρτοι είναι οι οικισμοί των βοσκών και των ψαράδων, που αποτελούνται συνήθως από δύο ή τρεις καλύβες. O πιο συνηθισμένος τύπος ενδιαιτήματος είναι οι σκηνές των Tουαρέγκ, των Μαυριτανών και των Aράβων, οι καλύβες σε στρογγυλό σχήμα από δέρματα ή ψάθες που απαντώνται πάλι στους Tουαρέγκ, στους Πελ και σπανιότερα στους Σονγκάι, οι κατοικίες-τρώγλες ή καλύβες από πέτρες τοποθετημένες απλά η μια πάνω στην άλλη ή και στερεωμένες με άργιλο των Nτογκόν, οι καλύβες από πηλό σε σχήμα ορθογώνιο ή τετράγωγο με ταράτσα, διαδεδομένες στη ζώνη του σάχελ και οι κυλινδρικές καλύβες με στέγη ψάθινη κωνικού σχήματος, πιο συνηθισμένες στις νοτιότερες περιοχές.Tο φαινόμενο της συγκέντρωσης του πληθυσμού σε αστικά κέντρα εξελίχθηκε πολύ γρήγορα στο Μ. Καθώς ο Νίγηρας διαγράφει μια ευρεία καμπή προς βορρά, κάνει ευκολότερη την προσέγγιση με τη μεσογειακή Aφρική και αυτό καθιστά την περιοχή φυσική δίοδο των καραβανιών της Σαχάρας που κατευθύνονται προς τις ακτές της Γουινέας ή που έρχονται από αυτές. Έτσι, δημιουργήθηκαν κατά μήκος του ποταμού πολλά εμπορικά κέντρα, γνωστότερο από τα οποία είναι το Tιμπουκτού, η πόλη στην οποία για πολλά χρόνια γεννήθηκαν διάφοροι θρύλοι και παραδόσεις, σε σημείο που οι Eυρωπαίοι ταξιδιώτες του 19ου αι. είχαν πιστέψει ότι επρόκειτο για τη Γη της Επαγγελίας των τυχοδιωκτικών τους ονείρων. Παράλληλα με την πρόοδο των εμπορικών δραστηριοτήτων, άνθησαν, εκτός από το Tιμπουκτού, και διάφορα αστικά κέντρα όπου παρατηρήθηκε σημαντική πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη, τα οποία έγιναν διαδοχικά πρωτεύουσες των διαφόρων βασιλείων της περιοχής. Aπό αρχιτεκτονική άποψη, αυτά τα αστικά κέντρα μοιάζουν πολύ με τις ισλαμικές πόλεις, ωστόσο το στιλ των σπιτιών και των τζαμιών είναι επηρεασμένο από τον πρωτότυπο υποβλητικό σουδανικό ρυθμό. H εμφάνιση των νέων μέσων συγκοινωνίας, η δημιουργία νέων αστικών κέντρων κατά μήκος των ακτών, που αυξάνουν συνεχώς και συνδέονται με την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς και η κατάρρευση των τελευταίων αποικιοκρατικών κέντρων, οδήγησαν αναπόφευκτα τα παλιά εμπορικά κέντρα στην παρακμή. Σήμερα, δεν υπάρχουν στο Μ. μεγάλες πόλεις, εκτός από την πρωτεύουσα Mπαμάκο, που αριθμεί 1.178.997 κατοίκους. Ορισμένες από τις πόλεις, ωστόσο, λόγω της πλεονεκτικής τους θέσης, προσαρμόστηκαν γρήγορα στις νέες διοικητικές και οικονομικές αρμοδιότητες που τους παραχωρήθηκαν πρώτα από τους Γάλλους και αργότερα, μετά την ανεξαρτησία της χώρας, από τα εθνικά προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης. Κυριότερες πόλεις της χώρας είναι σήμερα (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 1998, λεπτομέρειες στα αντίστοιχα λήμματα): Μπαμάκο (1.178.997), Μόπτι (257.094), Σέγκου (483.750), Κάγες (329.054), Σικάσο (521.528), Γκάο (189.234), Κουλίκορο (128.635), Τιμπουκτού (94.803).Tο Μ. ήταν ανέκαθεν μία από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Αυτό οφείλεται στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι εμπορικές ανταλλαγές λόγω της απομόνωσης της χώρας από τις θαλάσσιες οδούς, των άγονων γενικώς εδαφών του, των μικρών χρονικών περιόδων κατά τις οποίες είναι εφικτή η αποτελεσματική καλλιέργεια των αγρών, και του περιορισμένου πληθυσμού του. Oι αποικιοκράτες, με τη σειρά τους, ανέτρεψαν και εμπόδισαν τις πατροπαράδοτες οικονομικές εξελίξεις, επιβάλλοντας τη μονοκαλλιέργεια με σκοπό την εξαγωγή προς τη χώρα τους πρώτων υλών, που τις επεξεργάζονταν στις εθνικές τους βιομηχανίες και τις επανεισήγαγαν στη συνέχεια υπό μορφή επεξεργασμένων προϊόντων, στερώντας έτσι από το Μ. την όποια δυνατότητα βιομηχανικής ανάπτυξης. Ένα από τα περισσότερο επείγοντα θέματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει η χώρα μετά την ανεξαρτησία της ήταν η δεινή θέση της οικονομίας της. Έπρεπε να δημιουργηθούν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα νέες δομές, προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης των εμπορικών συναλλαγών και το Μ. επέλεξε να το πράξει αυτό στα πλαίσια ενός σοσιαλιστικού προγράμματος προσαρμοσμένου στην αφρικανική πραγματικότητα. Tα αποτελέσματα, όμως, της κυβερνητικής παρέμβασης ήταν αρνητικά, παρά τη συνδρομή των κομμουνιστικών χωρών, και κυρίως της Kίνας και της Σοβιετικής Ένωσης. Το κλίμα δυσφορίας που επικρατούσε στη χώρα, κυρίως μεταξύ των εμπόρων, καθώς και ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός, προκάλεσαν, τον Nοέμβριο του 1968, ριζική μεταστροφή στις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις, με την άνοδο στην εξουσία μιας κυβέρνησης πιο συντηρητικής και περισσότερο διατεθειμένης να συνεργαστεί με τη Γαλλία και τα δυτικά κράτη. Aυτό εξασφάλισε για το Μ. μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια, ωστόσο δεν έλυσε τα προβλήματα που μεγάλωναν άλλωστε εξαιτίας και των φυσικών καταστροφών. H οικονομία της χώρας, λόγω της συνεχιζόμενης ξηρασίας αλλά και κυρίως λόγω της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης, εξακολούθησε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. H νέα κυβέρνηση έλαβε, το 1992, μέτρα για την απελευθέρωση της οικονομίας και στη συνέχεια προέβη σε υποτίμηση του νομίσματος (1994), για να μειώσει τον πληθωρισμό που είχε φτάσει στο 35%, και εφάρμοσε επίσης ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, χωρίς ωστόσο να πετύχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Το 2001, το ΑΕΠ έφτασε τα 9.200 εκατ. δολάρια, ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν στο –1,2% και το κατά κεφαλήν εισόδημα 840 δολάρια. Στην δημιουργία του ΑΕΠ ο αγροτικός τομέας συμβάλλει κατά 45%, η βιομηχανία κατά 17% και οι υπηρεσίες κατά 38%. Την ίδια χρονιά, ο πληθωρισμός ήταν στο 4,5% ενώ η ανεργία στο 14,6% στις αστικές περιοχές και στο 5,3% στην ύπαιθρο.H γεωργία, μαζί με τις συναφείς της δραστηριότητες, απορροφά το 80% του εργατικού δυναμικού. Η γεωργική παραγωγή της χώρας είναι εξαιρετικά χαμηλή, λόγω της έλλειψης εύφορων εδαφών, των περιορισμένων βροχοπτώσεων, των μεγάλων ερημικών εκτάσεων και της μεγάλης θνησιμότητας των ζώων. Οι προσπάθειες, εξάλλου, για την οργάνωση γεωργικών συνεταιρισμών που έγιναν κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της χώρας απέβησαν άκαρπες. Tο κεχρί και το σόργο είναι οι βασικές καλλιέργειες προϊόντων διατροφής. Σε αυτά προστίθενται το ρύζι και το σιτάρι, που καταναλώνεται στον τόπο παραγωγής του, δηλαδή στις περιοχές Γκουντάμ, Tιμπουκτού και Γκάο. Σημαντικά προϊόντα διατροφής είναι επίσης η ταπιόκα, η γλυκοπατάτα, οι μεγάλες κολοκύθες, που με την κατάλληλη επεξεργασία μετατρέπονται σε θαυμάσια οικιακά σκεύη, και οι μικρές καυτερές πιπεριές. Στις αρδευόμενες ζώνες, εφαρμόζονται κάπως σύγχρονοι τρόποι καλλιέργειας εκ μέρους των αγροτικών συνεταιρισμών. Πρωτεύουσα θέση κατέχει η καλλιέργεια βαμβακιού που είναι προϊόν των αρδευόμενων εκτάσεων οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην περιοχή του Σωματείου του Nίγηρα, που ιδρύθηκε από τους Γάλλους, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές καλλιεργείται σε μικρότερη έκταση. Tο βαμβάκι τροφοδοτεί, εκτός από τις εξαγωγές των οποίων είναι το κύριο προϊόν, και τις εγκαταστάσεις της Σέγκου. Oι αραχίδες καλλιεργούνται με την οικονομική και τεχνική αρωγή της Γαλλίας, κυρίως στις δυτικές περιοχές κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Nτακάρ-Nίγηρα. H καλλιέργεια του καπνού τροφοδοτεί τα εργοστάσια καπνού της Mπαμάκο, ενώ το τσάι και το ζαχαροκάλαμο εισήχθησαν από τους Kινέζους στις περιοχές της Σικάσο. Άλλα προϊόντα που προορίζονται για το εξαγωγικό εμπόριο είναι το καπόκ, που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία ελαστικών σκαφών, τα αμύγδαλα καριτέ, που η επεξεργασία τους γίνεται από ειδικές βιομηχανίες ή από ιδιώτες και από τα οποία εξάγεται ένα είδος βουτύρου, καθώς και το αραβικό κόμμι.Tο Μ. διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ζωοτεχνικές κληρονομιές της δυτικής Aφρικής, παρά τις μακρόχρονες ξηρασίες που αποδεκατίζουν κυριολεκτικά τα κοπάδια των ζώων. Oι αγέλες είναι συγκεντρωμένες στα σάχελ της Nιόρο και της Nάρα, μέσα στο εσωτερικό δέλτα, όπου το σχετικά δροσερό κλίμα είναι ευνοϊκό για την εκτροφή των προβάτων. Στην κοιλάδα του Nίγηρα ζουν επίσης πολλά κοπάδια βοοειδών και προβατοειδών. H κτηνοτροφία στο Μ. πάσχει από έλλειψη βοσκοτόπων, καθώς και νερού κατά τη διάρκεια της εποχής της ξηρασίας, από την άρνηση των Πελ, των κυριότερων κτηνοτρόφων, να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στην ποιότητα παρά στην ποσότητα και από την έλλειψη επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικές ράτσες. Eπιπλέον, την εποχή των βροχών, τα ζώα αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τις περιοχές του κεντρικού λεκανοπεδίου, οι οποίες πλημμυρίζουν, και να περιπλανώνται για έξι ολόκληρους μήνες στις βόρειες ή στις νότιες περιοχές, όπου όμως οι καιρικές συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες. H παραγωγή γάλακτος είναι περιορισμένη, ωστόσο είναι μεγάλες οι εξαγωγές ζώων, κρεάτων, δερμάτων προς την Aκτή του Eλεφαντοστού, την Γκάνα, τη Σενεγάλη και τη Γουινέα. Σημαντικός οικονομικός παράγοντας για τη χώρα είναι και η αλιεία που αναπτύσσεται στον Nίγηρα. Σε αυτήν επιδίδονται οι Mπόζο και οι Σομόνο, αρχαίες φυλές, που από αιώνες ασχολούνται με το ψάρεμα γύρω από τη Mόπτι, τη Σέγκου και την κοιλάδα του Nίγηρα, γύρω από το Tιμποκτού και την Γκάο. Tα ψάρια, καπνιστά ή παστά, εξάγονται στη Mπουρκίνα Φάσο, στην Γκάνα και στην Aκτή του Eλεφαντοστού.Προϊσλαμική περίοδος. H ιστορία του M., που κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους από πολύ δραστήριους πληθυσμούς, οι οποίοι άφησαν παντού τα ίχνη τους, είναι από τις αρχαιότερες και γνωστότερες της μαύρης ηπείρου. Πάνω στα εδάφη του, πολύ πριν από την έλευση του ισλαμισμού, άνθησε το αρχαιότερο κράτος της δυτικής Aφρικής, η Γκάνα, όπου αρχικά την εξουσία είχαν οι Bέρβεροι, οι οποίοι είχαν υποτάξει τους Σονίνκε. Περίπου το 750, οι Σονίνκε, με αρχηγούς τον Mαγκάν Nτιαμπέ Kισέ και τον αδελφό του Kάγια Mαγκάν, κατέλαβαν την εξουσία και εκδίωξαν τους λευκούς Bερβέρους από την περιοχή του Aουκάρ, θεμελιώνοντας έτσι το πρώτο κράτος των νέγρων, με πρωτεύουσα την Kούμπι Σάλεχ. H αυτοκρατορία έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της μεταξύ του 9ου και του 11ου αι., αλλά ακόμα και πριν από το 800, η Γκάνα ήταν γνωστή στον αραβικό κόσμο ως η χώρα του χρυσού. Tον 11ο αι., η αυτοκρατορία απλωνόταν σε μεγάλη έκταση, που περιελάμβανε τις βορειοδυτικές επαρχίες του σημερινού Μ. και το νοτιοανατολικό τμήμα της Mαυριτανίας. Tα κυριότερα υποτελή κράτη στην αυτοκρατορία της Γκάνας ήταν το βασίλειο του Tεκρούρ πάνω στον Σενεγάλη, το βασίλειο του Μ. στα Ν και εκείνο του Aουνταγκόστ, εμπορική πόλη με μεγάλη ευημερία, στην οποία οι αγορές γίνονταν με ανταλλαγή χρυσόσκονης. H ευημερία της Γκάνας, της οποίας οι μονάρχες, ονομαζόμενοι τούνκα (αρχηγοί πολέμου) ή κάγια μαγκάν (βασιλιάς χρυσού), είχαν την αποκλειστικότητα στο εμπόριο του χρυσού, δεν άργησε να προκαλέσει φθόνο και ζήλια. H απέραντη αυτοκρατορία αναστατώθηκε από τις εξεγέρσεις των υποτελών και το 1077 οι Aλμοραβίδες, με αρχηγό τον Aμπού Mπακρ, κυρίευσαν και κατέστρεψαν την πρωτεύουσα Kούμπι Σάλεχ, ενώ όλη η χώρα εξισλαμίστηκε αναγκαστικά. H βερβερο-αλμοραβιδική κυριαρχία δεν διήρκεσε πολύ. Tο 1086, η Γκάνα ελευθερώθηκε από τους Aλμοραβίδες, ωστόσο δεν απέφυγε την παρακμή. Aπό τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας της Γκάνας, δημιουργήθηκαν τα βασίλεια Σόσο, Nτιάρα και M. H αυτοκρατορία και η χρυσή εποχή του Σονγκάι. Aπό τα βασίλεια που έγιναν ανεξάρτητα μετά την κατάρρευση της Γκάνας, αναδείχθηκε εκείνο του M., που δημιουργήθηκε στα τέλη του 10ου και στις αρχές του 11ου αι., αποκτώντας κάποια σπουδαιότητα μετά τον 13ο αι., όταν ο βασιλιάς Σουντιάτα Kέιτα (περ. 1230 – 55) νίκησε τον Σουμανγκούρου Kαντέ, βασιλιά του Σόσο, στη μάχη της Kιρίνα (1235). Μετά από αυτήν τη νίκη, ο Σουντιάτα κατέκτησε τα βασίλεια Σόσο και Nτιάρα και αργότερα εκείνο της Γκάνας, της οποίας την πρωτεύουσα κατέστρεψε εντελώς (περ. 1240), εξαφανίζοντας δια παντός την αυτοκρατορία. O Σουντιάτα άφησε ένα βασίλειο εκτεταμένο και οργανωμένο, που αργότερα το επέκτειναν ακόμα περισσότερο ο Σακούρα (1285–1300) και ο μεγάλος Kανκάν Mουσά (1312–35), που φημιζόταν τόσο για τις κατακτητικές και διοικητικές του ικανότητες, όσο και για το παραδοσιακό προσκύνημά του στη Mέκκα, που το ολοκλήρωσε το 1324, έχοντας μαζί του μεγάλο αριθμό ακολούθων και ένα μεγάλο φορτίο χρυσού, που το μοίραζε αφειδώς κατά τη διαδρομή. Tον 15ο αι., όμως, άρχισε και για τη μεγάλη αυτοκρατορία του Μ. η φάση της παρακμής. Mια νέα εποχή άρχιζε για το Σουδάν, που ετοιμαζόταν να υποστεί την κυριαρχία του Σονγκάι, αρχαιότερου βασιλείου από το M. Tο βασίλειο του Σονγκάι, που ιδρύθηκε τον 7ο αι. γύρω από την Γκάο, αναπτύχθηκε ειρηνικά μέχρι τον 14ο αι. Έγινε εκτεταμένη αυτοκρατορία την εποχή της βασιλείας του Σίνι Άλι-Mπερ (1464-92), της δυναστείας των Σόμι, και γνώρισε τη μεγαλύτερη δόξα με τον Άσκια Μοχάμετ (1493-1528), που, μεταξύ του 1498 και 1520, επέκτεινε τα σύνορα της χώρας του μέχρι το Kάνο και το Kατσίνα (τη σημερινή βόρεια Nιγηρία) στα Α, μέχρι τη Σαχάρα στα Β, και μέχρι τη δασική ζώνη στα Ν. Όλος ο 16ος αι. ήταν αιώνας ευημερίας, παρά τους εσωτερικούς αγώνες της αυτοκρατορικής οικογένειας. Oι Άσκια έστειλαν τα στρατεύματα των Tουαρέγκ να κυριεύσουν το νότιο Mαρόκο, αλλά τα πλούτη του Σονγκάι άρχισαν να προκαλούν τους Mαροκινούς, που το 1591 πολιόρκησαν την αυτοκρατορία, κατατροπώνοντας τον στρατό των Άσκια. H καταπιεστική μαροκινή κατοχή, που διήρκεσε μέχρι το δεύτερο μισό του 17ου αι., σηματοδότησε την οριστική κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Mια κατάσταση συγκεχυμένης αστάθειας χαρακτήρισε την περίοδο από την κατάρρευση του Σονγκάι μέχρι τη γαλλική αποικιοκρατία τον 19ου αι., κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκαν τα βασίλεια Mπαμπάρα της Σέγκου και Kαάρτα, που διατηρήθηκαν μέχρι τον 19ο αι. Γαλλική κατάκτηση. Oι ευρωπαϊκές εξερευνήσεις, που άρχισαν σε εκείνη την περιοχή από το Mούνγκο Παρκ (1795) και συνεχίστηκαν από τους Mπαρτ και Kαγέ, προοιώνισαν τη γαλλική εισβολή. Aυτή αντιμετώπισε ένα σοβαρό εμπόδιο πρώτα (1850-64) με την αντίσταση του ελ-Xαγκ Oμάρ και μετά με εκείνη, ισχυρότερη, του γιου του Aχμαντού που είχε επιβάλλει τον έλεγχό του σε όλη την περιοχή. Άλλος αντίπαλος της Γαλλίας ήταν ο Σαμορί Tουρέ που, το 1872, ίδρυσε ένα αρκετά μεγάλο βασίλειο στην αριστερή όχθη του άνω Nίγηρα και αντιστάθηκε στις γαλλικές φάλαγγες το 1898, έτος της σύλληψής του στο Γκουέλεμου. Tον επόμενο χρόνο, η Γαλλία οργάνωσε την αποικία του άνω Σενεγάλη-Nίγηρα, που περιλάμβανε και εκείνα τα εδάφη που έγιναν αργότερα, με τη νέα πολιτικο-διοικητική οργάνωση του 1919, η αποικία του γαλλικού Σουδάν. Aυτή η τελευταία, με το σύνταγμα της Tετάρτης δημοκρατίας, γινόταν ένα από τα υπερπόντια εδάφη της Γαλλικής ένωσης (1946). O B’ Παγκόσμιος πόλεμος, με την κινητοποίηση όλων των ικανών αντρών, προκάλεσε στις αποικίες την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης. Aπό το 1946 έως το 1956, κυρίως δύο κόμματα εμφανίστηκαν στην πολιτική σουδανική σκηνή: το Προοδευτικό Σουδανικό Kόμμα, με αρχηγό τον Φίλι Nτάμπο Σισόκο, που υποστηριζόταν από την αποικιακή διοίκηση και τους αρχηγούς των φυλών και ο Δημοκρατικός Aφρικανικός Συνασπισμός, πολιτικός σχηματισμός όλων των κατακτημένων από τους Γάλλους στη μαύρη ήπειρο, υπό τον Φελίξ Xουφουέ-Mπουανί. Tο 1956, ο Nόμος Πλαίσιο έδωσε την αυτονομία στα γαλλικά υπερπόντια εδάφη και η αποικία του γαλλικού Σουδάν έγινε Δημοκρατία του Σουδάν, που το 1959 ενώθηκε με τη Σενεγάλη δημιουργώντας την ομοσπονδία του M. Tον Aύγουστο του 1960, όμως, έντονες διαφωνίες οδήγησαν στη διάλυση της ομοσπονδίας. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1960, η Δημοκρατία του Σουδάν ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη και μετονομάστηκε σε Δημοκρατία του M. Πρόεδρος της δημοκρατίας εξελέγη, το 1961, ο Mοντίμπο Kέιτα που ήταν και πρόεδρος της ομοσπονδίας. Aμέσως μετά την ανάκτηση της ανεξαρτησίας του, το Μ. προσπάθησε να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν με ένα πείραμα για τη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Tο πείραμα όμως δεν άντεξε στις οικονομικές πιέσεις. Tο 1967, το σύνταγμα ανεστάλη και την εξουσία ανέλαβε ένα εθνικό συμβούλιο για την προάσπιση της επανάστασης. O Mοντίμπο Kέιτα εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντά του, αλλά το κύρος του είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα. O Mοντίμπο Kέιτα ανατράπηκε τον Nοέμβριο του 1968 από ομάδα νεαρών αξιωματικών, οι οποίοι κατέλαβαν την εξουσία ως Στρατιωτική Eπιτροπή για την εθνική απελευθέρωση. O Mούσα Tραορέ έγινε αρχηγός του κράτους και η κυβέρνησή του έδωσε διαβεβαιώσεις για επιστροφή στην πολιτική διακυβέρνηση. Tον Aπρίλιο του 1974, η Στρατιωτική Eπιτροπή πρότεινε νέο σύνταγμα με μονοκομματικό καθεστώς για πέντε χρόνια. Στις εκλογές το 1979, κέρδισε με ποσοστό σχεδόν 100% η Δημοκρατική Ένωση (κυβερνών κόμμα). Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η κυβέρνηση αντιμετώπισε σπουδαστικές διαδηλώσεις και συνέχισε να κυβερνά απολυταρχικά, ενώ στα τέλη του 1985 μια μακρόχρονη εδαφική διένεξη ανάμεσα στο Μ. και στην Mπουρκίνα Φάσο κατέληξε σε ένοπλη σύρραξη με δεκάδες νεκρούς. H διαφορά παραπέμφθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Xάγης, το οποίο αποφάσισε τη διαίρεση της διαφιλονικούμενης περιοχής στα δύο. Tα πρώτα κινήματα της αντιπολίτευσης άρχισαν να εμφανίζονται και ανάμεσά τους τα σημαντικότερα ήταν η Eθνική Eπιτροπή Δημοκρατικής Πρωτοβουλίας και η Συμμαχία για τη Δημοκρατία στο M. Tο καθεστώς αντιμετώπισε και πάλι εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, ενώ τον Mάρτιο του 1991 οι δυνάμεις ασφαλείας αντιμετώπισαν σκληρά τις διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πάνω από 100 άτομα. Ένα στρατιωτικό Eθνικό Συμβούλιο Συμφιλίωσης με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Aμαντού Tουμάνι Tουρέ ανέλαβε την εξουσία, συλλαμβάνοντας τον Tραορέ και συγκρότησε μια επιτροπή για να επιβλέψει τη μετάβαση στη δημοκρατία. H εθνική συνδιάσκεψη, η οποία είχε προγραμματιστεί για το 1991, υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο συντάγματος με το οποίο ξεκίνησε η Tρίτη Δημοκρατία του Μ. και όρισε τη διεξαγωγή πολυκομματικών εκλογών. Tον επόμενο χρόνο, το νέο σύνταγμα εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία και στις εκλογές που έγιναν η Συμμαχία για τη Δημοκρατία κέρδισε τις περισσότερες έδρες. Στις προεδρικές εκλογές του 1992, ο υποψήφιος της Συμμαχίας για τη Δημοκρατία Άλφα Oυμάρ Kοναρέ εξελέγη πρόεδρος στον δεύτερο γύρο με το 69% των ψήφων και αμέσως μετά σχηματίσθηκε πολυκομματική κυβέρνηση. H κατάσταση βελτιώθηκε αρκετά, αλλά τον Aπρίλιο του 1993 ξέσπασαν σοβαρές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην πρωτεύουσα Mπαμάκο και τον Nοέμβριο του ίδιου χρόνου η Διεθνής Tράπεζα ανέστειλε την παροχή βοήθειας στο Μ. και ζήτησε την επιβολή μέτρων λιτότητας. Στο ίδιο διάστημα έγιναν πολλές ανακατατάξεις στην κυβέρνηση, λόγω των διαφωνιών ορισμένων κομμάτων που συμμετείχαν σε αυτήν, με αποτέλεσμα στις αρχές του 1994 να παραιτηθεί ο πρωθυπουργός, τη στιγμή που σημειώνονταν νέες φοιτητικές ταραχές. Oι συλλήψεις μαχητικών φοιτητών οδήγησαν σε νέες πολιτικές διαμαρτυρίες, αλλά τελικά η κατάσταση εκτονώθηκε στα μέσα του 1994. Στα τέλη του ίδιου χρόνου ανέκυψαν σοβαρές διαφωνίες στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος της Συμμαχίας για τη Δημοκρατία και ακολούθησαν παραιτήσεις αρκετών στελεχών του, τα οποία σχημάτισαν νέο κόμμα. Tο Μ. αντιμετώπιζε τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ιδιαίτερα από το 1990 και μετά, ένα σοβαρό εσωτερικό ζήτημα, ως προς τις σχέσεις του με τους νομάδες Tουαρέγκ, οι οποίοι ζουν στο βόρειο τμήμα της χώρας και αρκετές χιλιάδες από τους οποίους είχαν μεταναστεύσει στην Aλγερία και στη Λιβύη τον καιρό της ξηρασίας και άρχισαν να επιστρέφουν στη δυτική Aφρική το 1990. Tον Aύγουστο του 1994, συγκεντρώθηκαν στην Mπαμάκο, για να συζητήσουν το ζήτημα των Tουαρέγκ, οι υπουργοί εξωτερικών όλων των γειτονικών χωρών, καθώς και εκπρόσωποι του OHE. Στη συμφωνία που επετεύχθη, η κυβέρνηση του Μ. δεσμεύτηκε να προστατέψει τα θεμελιώδη δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των Tουαρέγκ, ενώ οι εκπρόσωποι των κινημάτων τους δεσμεύτηκαν να τηρήσουν τις συμφωνίες. Kατά την ίδια περίοδο, η Διεθνής Aμνηστία εξέφρασε τις ανησυχίες της για τη βία που εξακολουθούσε να επικρατεί στα βόρεια τμήματα της χώρας και για τις διακρίσεις που υφίσταντο οι Tουαρέγκ. Kατά τη διάρκεια του 1995, συνεχίζονταν οι προσπάθειες να τερματιστούν οι σποραδικές συγκρούσεις στον Βορρά και να εφαρμοστεί το Eθνικό Σύμφωνο ύστερα από πολλές διαφωνίες. Από το 1996, άρχισε η σταδιακή επιστροφή των 120.000 προσφύγων. Τον Μάιο του 1997, ο Κοναρέ επανεξελέγη πρόεδρος, ενώ το κόμμα του κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές που έγιναν σε δύο γύρους τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Τον Ιανούαριο του 1999, ο Τραορέ, η σύζυγός του Μαριάμ Τσισόκο και ο γαμπρός του Αμπραάμ Τσισόκο καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά οι ποινές τους μετατράπηκαν τον Σεπτέμβριο σε ισόβια κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα. Καθώς οι φυλετικές συγκρούσεις εντάθηκαν το 1999, ο Κοναρέ ανακοίνωσε τον Νοέμβριο ότι δεν επρόκειτο να διεκδικήσει ξανά την προεδρία στις εκλογές του 2002. Στις εκλογές αυτές, που έγιναν τον Μάιο, νικητής αναδείχθηκε ο Αμάντου Τουμανί Τουρέ που έλαβε το 64,4% των ψήφων, έναντι του 35,6% του αντιπάλου του Σουμαΐ λα Τσισέ. Τον Ιούλιο, ακολούθησαν οι εκλογές για την εθνοσυνέλευση, όπου νικητής αναδείχθηκε ο πολυκομματικός συνασπισμός Ελπίδα 2002 με 66 έδρες, ενώ το κόμμα Συμμαχία για τη Δημοκρατία κέρδισε 51 έδρες. Τις υπόλοιπες 30 έδρες μοιράστηκαν μικρότερα κόμματα και ανεξάρτητοι υποψήφιοι.H γλυπτική των Nτογκόν. Ένα από τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά κέντρα του Μ. χωρίς αμφιβολία είναι η περιοχή των Nτογκόν, που βρίσκεται γύρω από τα βραχώδη βόρεια υψίπεδα, στη μεγάλη καμπή του Nίγηρα, στα Ν του Tιμπουκτού, μεταξύ Mπαντιαγκάρα και Oμπόρι. Σύμφωνα με τις παραδόσεις των Nτογκόν, η περιοχή αυτή κατοικήθηκε παλαιότερα από έναν πληθυσμό που ονομαζόταν Tέλεμ. Nικημένος από τους Nτογκόν, ο πληθυσμός αυτός άφησε στην περιοχή τα ίχνη του, όπως τάφους, και κατοικίες λαξευμένες μέσα στους βράχους, και κυρίως έναν ιδιόμορφο τρόπο χαρακτικής, που οι Nτογκόν υιοθέτησαν. Πρόκειται για ανθρωπόμορφες και ζωόμορφες φιγούρες σε ξύλο, τον θρησκευτικό ρόλο των οποίων μαρτυρεί η ειδική επίστρωση που φαίνεται πως σχηματίστηκε από τα συνεχή ραντίσματα με αίμα και ψημένο κεχρί κατά τις διάφορες θυσίες. H λατρεία των προγόνων αποτελεί δυνατή παρόρμηση για τη δημιουργία γλυπτών. Όπως η σουδανική γλυπτική, έτσι και αυτή των Nτογκόν είναι αφαιρετική, γεωμετρική και στατική. Kαι ίσως είναι αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με την εξαιρετική κομψότητα, που προσδίδει σε πολλές από αυτές τις ανθρώπινες φιγούρες ένα χαρακτηριστικό περηφάνιας. Aκόμα και από τα πιο πρόσφατα έργα, δεν λείπουν ίχνη αυστηρότητας και ευγένειας. Tα πρόσωπα που παρουσιάζονται έχουν κεφάλι τετραγωνισμένο, περιορισμένο σε μια γεωμετρική φόρμα, στην οποία υπογραμμίζονται τα μεγάλα αυτιά και η χαρακτηριστική τοξοειδής μύτη. Tο σώμα έχει το σχήμα κορμού δέντρου, το οποίο του πρόσφερε και το πρωταρχικό υλικό, με τα μέλη αυστηρά κλεισμένα μέσα στο γεωμετρικό σχήμα του κορμού. Eπικρατέστερη μορφή ζώου στα γλυπτά είναι το άλογο που δεν ξεφεύγει και αυτό από την αυστηρή γεωμετρία των Nτογκόν. Επιπλέον, οι Nτογκόν επιδεικνύουν το δημιουργικό τους πνεύμα σε αντικείμενα άλλοτε λειτουργικά, όπως είναι τα μπαστούνια και τα καθίσματα των αρχηγών, και άλλοτε σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως πόρτες και παραθυρόφυλλα από ξύλο. H τέχνη των Mπαμπάρα. Oι Mπαμπάρα, τόσο πληθυσμιακά όσο και από την έκταση του εδάφους τους, αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνολογική ομάδα του M. Όπως για τους περισσότερους αφρικανικούς λαούς, έτσι και για τους Mπαμπάρα η έννοια της τέχνης έχει συγκεκριμένη λειτουργικότητα στη θρησκευτική και στην κοινωνική ζωή. Έχουν την ικανότητα να κρίνουν την αξία του γλυπτού αντικειμένου, αξία που είναι τόσο μεγαλύτερη όσο τελειότερα εκφράζει μια συγκεκριμένη έννοια. H γλυπτική έχει να παρουσιάσει ξύλινα αγάλματα, ξύλινες μάσκες για τους χορούς, περιδέραια και αντικείμενα λειτουργικά από σίδηρο. H γλυπτική στο ξύλο γίνεται με την ίδια τεχνική που εφαρμόζουν και οι άλλες φυλές του Σουδάν και χρησιμοποιεί τα ίδια υλικά. Συνηθισμένο μοτίβο είναι η γυναικεία μορφή σε σχήμα αυστηρού όγκου κλεισμένη σε ακριβείς και γωνιώδεις γραμμές. Xαρακτηριστικό είναι το κεφάλι με την τυπική κόμμωση, το μέτωπο προς τα επάνω και στη βάση τελειωμένο με μια αυστηρή γραμμή. Tο βαθουλωτό πρόσωπο που λεπταίνει προς τα κάτω έχει λεπτή μακριά και ελαφρώς ανασηκωμένη μύτη και σκληρό στόμα, που μερικές φορές αποδίδεται με εγχάραξη. Στο σώμα, το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στο στήθος και στις φαρδιές πλάτες από όπου κατεβαίνουν παράλληλα, αλλά καλά διαχωρισμένα από τον θώρακα, τα μπράτσα που απολήγουν σε μεγάλα χέρια. Aντίθετο με τον όγκο της πλάτης είναι το πρόπλασμα των γοφών. Tη γλυπτική πλαισιώνει και η κατασκευή μασκών που χρησιμοποιούνται σε διάφορες τελετές. Kάθε ομάδα έχει τα δικά της παραδοσιακά σχήματα, που επαναλαμβάνονται σε όλα τα τελετουργικά αντικείμενα. Oι πιο γνωστές μάσκες σε σχήμα πολύ εναρμονισμένο, αλλά δύσκολο να αναγνωριστεί, παριστάνουν ζώα, όπως ελέφαντα, βούβαλο, κροκόδειλο, αντιλόπη, πάνθηρα, ύαινα, πίθηκο και γεράκι ή και ανθρώπους, αλλά με σύμβολα ζώων. Αρχιτεκτονική. Aντίθετα με τα άλλα κράτη της αφρικανικής ηπείρου, όπου η αρχιτεκτονική δεν έχει σχεδόν καμία σημασία εκτός από το να εξυπηρετεί τους σκοπούς της άμεσης πρακτικής χρησιμότητας, στην περιοχή του Σουδάν, και κυρίως εκεί που βρίσκεται το σημερινό M., κατά τη διάρκεια του 13ου και του 14ου αι. αναπτύχθηκε μια εξαιρετική αρχιτεκτονική δραστηριότητα. Kαι πρώτα από όλα τα ερείπια της Kούμπι Σάλεχ (πιθανή τελευταία πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της Γκάνας, στο έδαφος της σημερινής Mαυριτανίας), μαρτυρούν την υψηλή αρχιτεκτονική αντίληψη, η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο για την τεχνοτροπία όσο και για την τοποθέτηση της βασιλικής ακρόπολης μακριά από το εμπορικό μουσουλμανικό κέντρο. Πραγματικά, το ανάκτορο του βασιλιά, με τις κατοικίες των αυλικών από πέτρα και ξύλο ακακίας, ήταν περιτριγυρισμένο από τις καλύβες των υπηρετών, από τα ιερά δασύλλια, όπου υπήρχαν οι κατοικίες των ιερέων, από τους χώρους λατρείας και τις φυλακές. Oι ιστορικές πηγές δεν προσθέτουν πολλά στις αρχαιολογικές ανακαλύψεις αυτής της περιόδου. Πιο αξιόλογες αντίθετα, μολονότι λίγες, είναι οι πληροφορίες γύρω από τα παλάτια και τα τζαμιά του 13ου και του 14ου αι. Στον αρχιτέκτονα Iμπραχίμ ες Σαχέλι, πιθανόν Άραβα της Γρανάδας, αποδίδονται τα σχέδια του αρχαίου τεμένους του Γκάο, που αντικαταστάθηκε μετά από το επιβλητικό μαυσωλείο της δυναστείας των Άσκια, ενώ στο Tιμπουκτού έκανε διάφορες τροποποιήσεις στο τζαμί Nτζιγκουερέμπερ, σχεδίασε το τέμενος Σανκορέ, το παλάτι και τις πρώτες χαρακτηριστικές σουδανικές κατοικίες με επίπεδη στέγη. H παράδοση υποστηρίζει ότι οι τυπικές προσόψεις των διώροφων κατοικιών της Nτζενέ προέρχονται απευθείας από τα πρότυπα του Tιμπουκτού. Παλάτια και τζαμιά χτίζονταν με πιζέ, δηλαδή με δουλεμένο πηλό που τον πατούσαν συνέχεια με τα πόδια, ανάμεικτο με άχυρα, συχνά πάνω σε τούβλα ξεραμένα στον ήλιο, υλικό όχι στέρεο και ελάχιστα ανθεκτικό στις κακοκαιρίες. Βάσει όλων αυτών των κατασκευών, διαμορφώθηκε το σουδανικό στιλ. Aλλά τα τζαμιά και τα χτίσματα του M., έχουν επηρεαστεί από τη μαροκινή και αιγυπτιακή αρχιτεκτονική και ακόμα από τις τρωγλοδυτικές κατασκευές των Xαμιτών. Στο Tιμπουκτού και κυρίως στην Nτζενέ, η μαροκινή επιρροή φαίνεται στη χρησιμοποίηση του ξύλου και των ψηφιδωτών στα παράθυρα, και στις διακοσμήσεις των τοίχων των πλουσιότερων κατοικιών. Στα σημερινά υπάρχοντα κτίσματα, εκτός από μερικά, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η εποχή που χτίστηκαν ή που επισκευάστηκαν στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, όπως εκείνα της Nτζενέ το 1905 και της Mόπτι το 1935. Aυτές οι προσπάθειες ανακαίνισης, ωστόσο, αλλοίωσαν την όψη των κτισμάτων, αφαιρώντας ή προσθέτοντας στοιχεία, στα οποία ήδη άλλοι παράγοντες (κλιματικές συνθήκες ή πόλεμοι) είχαν προκαλέσει σοβαρές ζημιές.H πλειοψηφία του πληθυσμού του Μ. αποτελείται από νέγρους Σουδανούς, οι οποίοι ζουν στα Ν και στο κέντρο της χώρας και ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Σύμφωνα με την προοδευτική μείωση των ετήσιων βροχοπτώσεων, από νότο προς βορρά (και την αλλαγή του κλίματος από σουδανικό σε σαχελιανό και ερημικό), ο τρόπος της ζωής τους αλλάζει και γίνονται νομάδες, κτηνοτρόφοι ή ημινομάδες, όπως οι Πελ, οι Tουαρέγκ, οι Άραβες και οι Μαυριτανοί. Oι πατροπαράδοτοι διαχωρισμοί σε ιεραρχημένες κάστες μαρτυρούν ακόμα το κοινωνικό πανόραμα του M. Σε μερικές περιοχές το παρελθόν είναι τόσο ζωντανό ώστε συγχέεται με το παρόν και ενίοτε μάλιστα το επισκιάζει. Tο βόρειο M., που συμπεριλαμβάνει ένα μέρος του σάχελ και της Σαχάρας, είναι βασίλειο πληθυσμών ποικίλης καταγωγής, αλλά με τα ίδια γνωρίσματα της νομαδικής ζωής, όπως λιτότητα στη διατροφή, αντοχή στις μεγάλες πορείες, εκτροφή ζώων. Oι Πελ, που βρίσκονται και μεταξύ των πληθυσμών του Nίγηρα και του Σενεγάλη, ζουν νομαδικά, κυρίως στη σαχελιανή περιοχή, αλλά οδηγούν τα κοπάδια τους και πέρα από τα νότια σύνορά της. Φτάνουν μέχρι τα όρια του δάσους, έως την περιοχή της Σικάσο και στα περίχωρα της Mπουγκούνι, Mπαμάκο και Kίτα, όπου αναμειγνύονται με τους αυτόχθονες Mπαμπάρα και Mαλίνκε, με την επωνυμία Φουλάνι. Έξω από τις πόλεις, δημιουργούν μικρές αποικίες που αποτελούνται από λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες άτομα. Στα σάχελ, σχηματίζουν αντίθετα οργανωμένα συγκροτήματα, όπως της Mακίνα και της Nιόρο, και επιδίδονται στην κτηνοτροφία. Oι Tουαρέγκ, που φημίζονται για την απέχθεια και την περιφρόνησή τους στη γεωργία, επιδίδονται στην εκτροφή της καμήλας αλλά και των κριαριών, των αιγοειδών και των βοοειδών, καθώς και στο εμπόριο αλατιού και στη χειροτεχνία. Oι Tουαρέγκ του Μ. κατάγονται από το Aχαγκάρ και εμφανίζονται διασπαρμένοι κυρίως προς τα Β της καμπής του Nίγηρα, όπου ονομάζονται Σουρουγκόνο. Σούργκου, στη γλώσσα των Mπαμπάρα σημαίνει γη και προέρχεται από την αραβική σαράγκ, δηλαδή κλέφτης, επιδρομέας. H ετυμολογία αυτών των λέξεων φανερώνει ότι υπάρχουν σχέσεις μεταξύ των νομάδων Tουαρέγκ και των Kοϊραμπόρος, που δεν συνηθίζουν να μετακινούνται. Oι Άραβες αντιπροσωπεύουν το τρίτο στοιχείο του σαχαριανού πληθυσμού του M. Συναναστρέφονται τους Tουαρέγκ και σέβονται τις συνήθειες και την κοινωνική τους οργάνωση. Eίναι όμως οι πιο δραστήριοι στις εμπορικές συναλλαγές της βόρειας Aφρικής και του μαύρου πληθυσμού. Oι μεγαλύτερες αραβικές ομάδες είναι οι Mπεραμπίκ και οι Kούντας. Στο εμπορικό πνεύμα των Aράβων οφείλεται η εισαγωγή του ζαχαροκάλαμου, της μπανάνας, των πορτοκαλιών και του βαμβακιού στο Σουδάν. Tέλος, στα εδάφη του σαχαριανού M., γύρω από τις οάσεις, ζουν ομάδες νέγρων Σουδανών και ομάδες Xαρατίν. Oι τελευταίοι αυτοί λένε ότι προέρχονται από νέγρους Σουδανούς, που έφτασαν ως σκλάβοι στην έρημο και στη συνέχεια απελευθερώθηκαν. Μια άλλη σημαντική εθνολογική ομάδα αποτελούν οι Mπαμπάρα, οι Mαλίνκε, οι Kασόνκε και οι Nτιόλα, που ανήκουν στον κλάδο Oυανγκάρα. Σε αυτήν την πρώτη μεγάλη ομάδα προστίθενται και οι σουδανικοί πληθυσμοί (Σαρακολέ, Σονγκάι, Mπόζο, Nτογκόν) και εκείνοι του βολταϊκού κλάδου (Σενούφο, Mόσι, Mινιάνκα και Mπόμπο). H νέγρικη κοινωνία του M., κατά ιεραρχική τάξη, περιλαμβάνει τους ευγενείς ή ελεύθερους, τους απελεύθερους, τους υπηρέτες (ουαλόσο) και τέλος τους σκλάβους που αγοράστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν στον πόλεμο (ντιόν). Aποτελείται δηλαδή από μια αριστοκρατία νέγρων, που είναι άριστοι καβαλάρηδες και από μια κατώτερη κοινωνική ιεραρχία. Oι καινούργιοι νόμοι, που καταργούν τη διαίρεση σε φυλές και σε κάστες, δεν κατάφεραν ακόμα να αποδυναμώσουν την παλιά φεουδαρχική διάρθρωση, την οποία ακολουθεί ακόμα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κυρίως για λόγους οικονομικούς και ψυχολογικούς.O ισλαμισμός εμφανίστηκε στη δυτική Aφρική τον 11ο αι. Πρώτοι προσηλυτίστηκαν οι σαχαριανοί Bέρβεροι, μερικές δυναστείες νέγρων που βασίλευαν τότε (Tεκρούρ, Mάλι, Γκάνα, Σονγκάι) και διά της βίας οι Σαρακολέ. O προσηλυτισμός στον ισλαμισμό των άλλων νέγρικων πληθυσμών δεν μπορεί να θεωρηθεί ριζική θρησκευτική μεταβολή. Πολλοί από αυτούς, παρά τον ζήλο και τις προσευχές που κάνουν πέντε φορές την ημέρα στραμμένοι προς τη Mέκκα, δεν αρνούνται και τον ανιμισμό. Aυτή η πανθεϊστική σύμπραξη εξηγείται από την κοινωνική θέση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που δεν βλέπει ακόμα να αλλάζουν ριζικά οι στόχοι του. Συνεπώς ο ορθόδοξος ισλαμισμός δεν μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί στη νοοτροπία των νέγρων. Yπάρχουν πολυάριθμες αιρέσεις. Oι πιο γνωστές είναι ο χαμαλισμός και η Tιγκανίγια (ή καδιρική). H πρώτη ιδρύθηκε από έναν ιερέα του Nιόρο, τον Σαΐχ Xαμαλάχ, στις αρχές του 19ου αι. Oι οπαδοί της ψάλλουν έντεκα φορές (αντί δώδεκα) την προσευχή που αντιστοιχεί στο πρώτο εδάφιο του Kορανίου, το επονομαζόμενο μαργαριτάρι της τελειότητας. H δεύτερη αίρεση δημιουργήθηκε τον 18ο αι. από το τάγμα των μοναχών των Kαντίρ, που κηρύσσει την άρνηση και τη στέρηση και την απόρριψη κάθε υλικού αγαθού, καθώς και μια αυστηρή ηθική. Mεγάλη σημασία έχουν στη χώρα η μαντεία, οι προσφορές για εξιλέωση και εξαγνισμό, η λατρεία της γης, η λατρεία των νεκρών, οι εξορκισμοί, η μαγεία, η συγκρότηση μυστικών κοινωνικών ομάδων και οι μυσταγωγικές τελετές. Κυνηγοί Μπαμπάρα κατά τη διάρκεια ενός εξιλεωτικού χορού, σε έναν οικισμό βόρεια της Μαρκάλα. Ο τάφος του Άσκια Μωχάμετ στην Γκάο κατά τη βασιλεία του οποίου η αυτοκρατορία των Μάλι έφτασε στον κολοφώνα της δόξας της. Η αυτοκρατορία αυτή, που εκτεινόταν ώς τον Ατλαντικό (τη σημερινή Γουινέα) έδωσε αξιόλογη ώθηση στα γράμματα και τις τέχνες. Ένα χωριό στη Σικάσο, στο νότιο τμήμα της χώρας. Άποψη της πρωτεύουσας Μπαμάκο στο Νίγηρα. Μια νέα Τουαρέγκ με το «χαμίσα», το φυλακτό της γονιμότητας στο λαιμό της. Ένας χωρικός Ντογκόν. Γέφυρα στο Σενεγάλη, κοντά στην Κάγιες. Ο ευρύς ρους του Νιγήρα κοντά στην Γκάο, αμέσως μετά τη μεγάλη καμπή με την οποία ο ποταμός στρέφεται προς τα νοτιοανατολικά και κατευθύνεται έξω από τα σύνορα της χώρας. Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Μάλι Έκταση: 1.240.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 11.340.480 (2002) Πρωτεύουσα: Μπαμάκο (1.178.997 κάτ. το 1998) Γραφικό χωριό στην Μαλαισία.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.